αἰδώς

ἡ αἰδώς, οῦς 1. стыд; совесть; 2. трепет, благоговение

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "αἰδώς" в других словарях:

  • Αἰδῶς — αἰδώς reverence fem acc pl αἰδώς reverence fem nom/voc pl (doric aeolic) αἰδώς reverence fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰδώς — reverence fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀιδῶς — ἀϊδῶς , ἀιδής unseen adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιδώς — Τεχνητή θεότητα, που την επινόησαν οι πρώτοι φιλόσοφοι, προσωποποίηση της συστολής και της ντροπής. Ήταν μια από τις Ώρες και είχε μητέρα τη Θέμιδα και αδελφές την Ευνομία, τη Δίκη, την Ειρήνη, τη Νέμεση κλπ. Ήταν μητέρα της Σωφροσύνης, τροφός… …   Dictionary of Greek

  • αἰδῶς — αἰδώ fem acc pl αἰδώ fem nom/voc pl (doric aeolic) αἰδώ fem gen sg (doric aeolic) αἰδώς reverence fem acc pl αἰδώς reverence fem nom/voc pl (doric aeolic) αἰδώς reverence fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιδώς — η ούς, ντροπή, σεβασμός, σεμνότητα, κυρίως στη φράση: «προσβολή της δημοσίας αιδούς» (προσβολή του αισθήματος για την ντροπή που έχουν σ έναν τόπο οι περισσότεροι άνθρωποι) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Αἰδὼς δ’ οὐκ ἀγαθὴ κεχρημένῳ ἀνδρὶ κομίζει. — См. Стыдливый из за стола голодный встает …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ἴσχε γὰρ αἰδὼς καὶ δέος. — ἴσχε γὰρ αἰδὼς καὶ δέος. См. Где страх, тут и благочестие …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ἵνα δέος, ἔνθα καὶ αἰδώς. — См. Где страх, тут и благочестие …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Αἰδοῖ — αἰδώς reverence fem voc sg αἰδώς reverence fem dat sg αἰδώς reverence fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰδοῦς — αἰδώς reverence fem nom/voc pl αἰδώς reverence fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.